Αν με ρώταγες πριν λίγα χρόνια ποιος είναι ο καλύτερος μου φίλος, θα σου απαντούσα, το τσιγάρο. Γιατί το τσιγάρο ήταν μαζί μου και στα καλά μου και στα άσχημα μου. Δεν με παράτησε ποτέ.

Όταν όμως αποφάσισα να κόψω την παρέα μαζί του, το τσιγάρο είχε διαφορετική άποψη.

Είχα προσπαθήσει να το κόψω δύο φορές. Την πρώτη φορά έκανα το λάθος και το σταμάτησα λίγους μήνες πριν μπω φαντάρος. Την πρώτη Κυριακή που είχαμε επισκεπτήριο καθόμασταν με τις ώρες χωρίς να κάνουμε τίποτα. Και όταν δίπλα σου όλοι καπνίζουν δεν είναι εύκολη η αντίσταση. Η δεύτερη φορά που προσπάθησα να το ξανά-κόψω ήρθε χρόνια αργότερα. Απλά μια μέρα είπα τέλος, μάζεψα ότι καπνό είχα, χαρτάκια, φιλτράκια, αναπτήρες και τα πέταξα. Άναψα ένα τελευταίο τσιγάρο και δεν το ξανά-έβαλα στο στόμα μου—μέχρι την επόμενη φορά.

«Το να κόψεις το τσιγάρο είναι το ευκολότερο πράγμα. Εγώ το ‘χω κόψει τουλάχιστον δέκα φορές» —Mark Twain

Την δεύτερη φορά ήταν εύκολο. Δεν ζήταγα τσιγάρο, ούτε κρατιόμουν για να μη καπνίσω. Δεν έκανα βελονισμό, ούτε αγόρασα κάποιο βιβλίο του τύπου «δέκα τρόποι για να κόψετε το τσιγάρο».

Απλά το έκοψα.

Όμως, όταν έβγαινα για ποτό, παρατήρησα ότι έπινα πολύ περισσότερο από ότι συνήθιζα. Η μπύρα είχε γίνει νερό. Επειδή δεν κάπνιζα έπρεπε κάτι να κάνω.

Σε σημείο που ο αδερφός μου θα μου έλεγε: «Νομίζω ότι πρέπει να ελαττώσεις το ποτό. Όχι τίποτα άλλο αλλά οδηγάς».

Αρκετά σπασαρχίδης ο αδερφός μου, δεν νομίζεις; Σαν να κόβει την μουσική στη μέση του πάρτι.

Αλλά είχε δίκιο.

Κάποια στιγμή είχα κάτι μικροενοχλήσεις στο στήθος. Και μετά από καιρό οι μικροενοχλήσεις έγιναν ενοχλήσεις. Οπότε πήγα μια βόλτα στο γιατρό να με εξετάσει. Τελικά ο γιατρός με εξέτασε, οι αιματολογικές βγήκαν καλές, οπότε αποφάσισα να το γιορτάσω.

Και το γιόρτασα φίλε μου.

Με ένα καλόστριμμένο τσιγάρο.

Ναι, ξέρω τι σκέφτεσαι, αν ο γιατρός εξέταζε τον εγκέφαλο μου θα έβρισκε υψηλά τα επίπεδα μαλακίας μου.

Ή όπως θα έλεγε ο Ραφαηλίδης:

«Πρόκειται περί ηλιθίου».

Εκείνη την μέρα την κράτησα την υπόσχεση μου. Πήρα ένα ολόκληρο καπνό, έστριψα δύο τσιγάρα και πέταξα το πακέτο.

Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγα να πάρω ένα καφέ και ένιωσα την επιθυμία να κάνω ένα τσιγάρο.

Έτσι πήρα ένα πακέτο με εργοστασιακά τσιγάρα. Και έκανα άλλα δυο τσιγαράκια. Αυτή τη φορά δεν πέταξα το πακέτο—είχα πάρει το μάθημα μου. Πήγα σπίτι και το άφησα στο συρτάρι.

Με αυτό τον ρυθμό κυλήσανε και οι υπόλοιπες μέρες. Κάθε απόγευμα μαζί με το καφεδάκι θα έκανα δύο τσιγάρα.

Αρκετά γαμάτο, σωστά; Πλέον έλεγχα εγώ το τσιγάρο και όχι αυτό εμένα. Σκεφτόμουν, «μπράβο τα κατάφερες, έγινες master, τώρα μπορείς να μάθεις να λυγίζεις και κουτάλια».

Μόνο που τελικά τα δύο τσιγάρα έγιναν τέσσερα γιατί έπρεπε να καπνίσω και το πρωί με τον καφέ.

Και τα τέσσερα τσιγάρα έγινα οκτώ γιατί έπρεπε να καπνίσω και όταν έβγαινα.

Και από τα οκτώ πήγαμε στο πακέτο.

Και τελικά έγινα ξανά καπνιστής.

Έτσι μπήκα στην διαδικασία ν’ αναζητήσω τις στιγμές που πυροδοτούσαν το μυαλό μου ν’ ανάψω τσιγάρο. Και πέρα από τις κλασικές στιγμές που το άναβα λόγω συνήθειας—όπως μετά το φαγητό—υπήρχαν στιγμές που το άναβα για να αποφύγω τον ίδιο μου τον εαυτό.

  • Όταν ήμουν έξω με παρέα και βαριόμουνα άναβα τσιγάρο για να σταματήσω την πλήξη. Στην ουσία το τσιγάρο με βοήθαγε να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που βαριέμαι. Άλλοι άνθρωποι χρησιμοποιούν το αλκοόλ για αυτό το σκοπό.
  • Όταν βρισκόμουν με ανθρώπους που δεν γνώριζα άναβα τσιγάρο για να μην νιώθω αμηχανία.
  • Όταν αγχωνόμουν και βρισκόμουν σε περίοδο που είχα έντονο στρες3.
  • Όταν διάβαζα κάτι που μου έκανε εντύπωση άναβα τσιγάρο για να μπορέσω να το επεξεργαστώ στο μυαλό μου.

Αλλά το χειρότερο με το τσιγάρο ήταν όταν κατάλαβα ότι το χρειάζομαι για να μπορώ να συγκεντρώνομαι και να σκέφτομαι καθαρά. Κάθε φορά που έκανα μια εργασία μετά από ώρα έχανα την συγκέντρωση μου και χρειαζόμουν ένα τσιγάρο για να επανέλθω.

Είχα γίνει υποχείριο του τσιγάρου. Μ΄ έκανε ότι ήθελε. Επέλεγα τραπέζια και μαγαζιά με βάση αν σ’ αφήνουν να καπνίζεις.

Και κάπως έτσι, άδοξα, μια μέρα τελείωσε η σχέση μου με το τσιγάρο.

Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το ίδιο το τσιγάρο.

Είναι οι ουσίες το πρόβλημα;

Οι ουσίες ποικίλουν, άλλες είναι πιο βαριές άλλες πιο ελαφριές: τσιγάρο, σεξ, πορνό, βιντεοπαιχνίδια, self-help βιβλία, διαδίκτυο, ταινίες, YouTube, ονειροπολήσεις, κοινωνικά δίκτυα, ηρεμιστικά, φάρμακα, τηλεοπτικές σειρές.

Διαλέγεις και παίρνεις. Ουσίες για όλα τα γούστα.

Αν κόψεις το ένα μπορεί να πας στο άλλο.

Όλα μπορούν να μετατραπούν σε ουσίες και να γίνουν εθισμοί.

Όλες αυτές οι ουσίες έχουν κάτι κοινό: σε βοηθάνε ξεφύγεις από την πραγματικότητα. Όσο περισσότερο θες ν’ αποδράσεις τόσο πιο βαριά θα είναι και η ουσία.

  • Τα βιντεοπαιχνίδια έχουν πλάκα. Οι πολλές ώρες μπορεί να σε αποβλακώσουν.
  • Το να κάνεις ένα τσιγάρο με την μπύρα σου, σε μία έξοδο, δεν θα σου κάνει τίποτα. Το να καπνίζεις σαν φουγάρο θα σε στείλει.
  • Με τις ταινίες μπορεί να ταυτίζεσαι με τους πρωταγωνιστές και να εξερευνήσεις άγνωστους κόσμους της έβδομης τέχνης. Από την άλλη μπορεί να τις βλέπεις για να ζήσεις αυτά που δεν ζεις.
  • Τα βιβλία είναι ένας καλός τρόπος για να εμβαθύνσεις τις γνώσεις σου. Από την άλλη είναι ένας καλός τρόπος για ν’ αναβάλεις την ζωή σου.
  • Το σεξ με τον σύντροφο σου είναι από τα ωραία πράγματα μιας σχέσης. Το άσκοπο σεξ με όποιον κάτσει, ενώ στην αρχή είναι ωραίο και έχει πλάκα, μετά σε αδειάζει πιο γρήγορα και από μερέντα που αγόρασες πριν μία ώρα.

Οπότε δεν είναι οι ίδιες οι ουσίες το πρόβλημα, που τις θεωρούμε εθιστικές, είναι το γιατί χρησιμοποιούμε αυτές τις ουσίες.

Και ενώ το τσιγάρο έχει την νικοτίνη, τα αλκοολούχα ποτά έχουν το αλκοόλη γιατί είμαστε εθισμένοι με το Facebook ή την τηλεόραση;

Rat Park Πείραμα

Στα περισσότερα πειράματα που ερευνούν τους εθισμούς μας, οι επιστήμονες κλείνουν σ’ ένα κλουβί ποντίκια και τους δίνουν μικρές ποσότητες ηρωίνης για να αναλύσουν τις παρενέργειες. Μετά από ένα μεγάλο διάστημα πειραμάτων, τα ποντίκια καταλήγουν αποζητούν την ηρωίνη.

Έτσι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι οι ουσίες είναι που μας δημιουργούν τον εθισμό μας.

Σωστά;

Όχι και τόσο. Το 1978 ο Καναδός επιστήμονας Bruce Alexander θα κάνει ένα πείραμα. Στο συγκεκριμένο πείραμα ο Alexnader θα χωρίσει τα ποντίκια σε δύο ομάδες. Την πρώτη ομάδα θα την βάλει σ’ ένα μεγάλο κλουβί με μεγάλο χώρο ώστε να τρώνε, να παίζουν και να κινούνται άνετα.

Σ΄ ένα άλλο μικρό κλουβί—όπως και τα περισσότερα defacto κλουβιά που χρησιμοποιούν οι παρατηρητές για να κάνουν πειράματα—θα βάλει την άλλη ομάδα ποντικιών.

Θα τα κρατήσει εκεί μέσα για 80 μέρες. Μετά από αυτό το διάστημα θα αρχίσει για ένα μήνα να τους δίνει μορφίνη. Μετά θα τα βγάλει για λίγο καιρό και θα τα ξαναβάλει πίσω στο κλουβί τους και θα τους δώσει δύο επιλογές: ένα μπολ με νερό και ένα μπολ με ηρωίνη.

Το αποτέλεσμα;

Τα ποντίκια που μεγάλωσαν στο μεγάλο κλουβί διάλεγαν, σε ποσοστό 90%, το μπολ με το νερό. Αντίθετα τα ποντίκια που ήταν κλεισμένα στο μικρό κλουβί επέλεγαν το μπολ με την ηρωίνη.

Με αυτό το πείραμα μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν είναι η ίδια η ουσία που μας φτάνει στον εθισμό αλλά τα κίνητρα μας.

Τι κοινό λοιπόν έχει η κοκαΐνη με το τσιγάρο και τα video games;

Ντοπαμίνη

Ήρθε η ώρα να σου συστήσω με μία βασική ουσία του ανθρώπινου εγκεφάλου: την ντοπαμίνη.

Η ντοπαμίνη είναι μία οργανική ουσία, στον εγκέφαλο μας, που μεταφέρεται και εκτοξεύεται στο κενό μεταξύ των νευρώνων (συνάψεις). Είναι απαραίτητη για την καλή μας διάθεση. Νιώθουμε τις επιδράσεις της ντοπαμίνης όταν κάνουμε κάτι που απολαμβάνουμε.

Πρακτικά η ντοπαμίνη είναι υπεύθυνη για να αισθανόμαστε καλά.

Όταν χρησιμοποιούμε ουσίες αυτό που κάνουμε είναι ν’ ανεβάζουμε τα επίπεδα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο μας για να αισθανόμαστε όμορφα.

Άρα μήπως τελικά είμαστε εθισμένοι στην ντοπαμίνη;

Όχι, δεν είμαστε εθισμένοι στην ντοπαμίνη. Η ντοπαμίνη είναι βασική ουσία του οργανισμού—μαζί με την σεροτονίνη—και είναι απαραίτητη για την καλή διάθεση μας και ψυχική υγεία μας.

Το πρόβλημα δεν είναι η ντοπαμίνη ή κάποια συγκεκριμένη ουσία.

Αλλά ότι ζούμε σε μια κοινωνία που στηρίζει τη φιλοσοφία “Feeling Good all the time”—πως θα είμαστε ευτυχισμένοι όλη την ώρα. Πως θα έχουμε μία ζωή χωρίς προβλήματα.

Και πως θα αποφύγουμε τον γαμημένο πόνο.

Αλλά εμείς οι άνθρωποι πάντα θέλαμε να αποφύγουμε τον δύσκολο δρόμο.

Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν δεν είναι ότι ήμασταν καλύτεροι ή δεν ψάχναμε τον εύκολο δρόμο αλλά ότι πλέον ο «εύκολος δρόμος» μας παρουσιάζεται παντού. Και με την πρώτη στραβή λακίζουμε και κάνουμε πίσω.

Οι πεποιθήσεις που έχουμε δημιουργήσει λίγο πριν ενηλικίωση μας έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο εμπόδιο. Και μόλις φτάσουμε στην ενηλικίωση καταλαβαίνουμε ότι τα πράγματα δεν είναι όπως μας τα έχουν υποσχεθεί. Και τότε το αεροπλάνο έχει ανώμαλη προσγείωση. Όσο πιο μεγάλη είναι η ψευδαίσθηση που έχουμε στο μυαλό μας ανάλογη θα είναι η στροφή στις ουσίες.

Τι έχει αλλάξει όμως τα τελευταία χρόνια;

1) Μεγάλη Παραγωγή και Πληθώρα ουσιών

Επειδή έχει μπει η τεχνολογία στα εργοστάσια, παράγουμε πολύ πιο γρήγορα και εύκολα αγαθά. Και αυτά τα αγαθά πρέπει να πουληθούν. Οι ουσίες που μπορούμε να καταναλώσουμε σε σχέση με πριν εκατό χρόνια είναι πολύ περισσότερες. Έχουμε πρόσβαση σε φαγητά με πολλές θερμίδες, σε διάφορες ναρκωτικές ουσίες από κοκαΐνη μέχρι μανιτάρια. Videogames, σειρές, ταινίες, κινητά με 24/7 πρόσβαση στο διαδίκτυο, δορυφορικά κανάλια με άπειρο αθλητικό περιεχόμενο.

Και πλέον είμαστε σε θέση να αγοράσουμε αυτές τι ουσίες. Γιατί πολύ απλά από τα χέρια μας περνάει χρήμα που πριν εκατό χρόνια δεν πέρναγε. Άρα ακόμα και αν κάποτε θέλαμε να «ξεφύγουμε» δεν είχαμε την δυνατότητα.

Έχουμε φτάσει σε σημείο να έχουμε υλικό να καταναλώσουμε και για την άλλη ζωή. Η κατανάλωση έχει γίνει τρόπος ζωής.

2) Πολλές Επιλογές

Τον τελευταίο αιώνα οι δουλειές στον δυτικό κόσμο έχουν αλλάξει και πλέον μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε. «Κάποτε στο Τέξας», αν ο πατέρας σου ήταν αγρότης τότε σε έπαιρνε—μόλις ήσουν σε ηλικία που μπορούσες να κάνεις χειρωνακτική δουλειά—και σε πήγαινε στα χωράφια να μάθεις την δουλειά. Όταν μεγάλωνες ή θα ακολουθούσες τον ίδιο δρόμο ή κάποιο παρόμοιο επάγγελμα(π.χ. παραγωγός ζωοτροφών).

Πλέον με την καλυτέρευση της καθημερινής ζωή και με την εξέλιξη της τεχνολογίας μπορείς να κάνεις ότι ονειρευτείς (θεωρητικά τουλάχιστον). Ενώ αυτό είναι καλό, μας αφήνει σ’ ένα πλαίσιο πολλών επιλογών. Και όταν έχουμε πλυθώρα επιλογών συνήθως έχουμε πρόβλημα γιατί θέλουμε να πάρουμε την σωστή απόφαση. Αυτό μας εξουθενώνει και μας αγχώνει για το αν κάνουμε τις σωστές επιλογές.

Βασικά έχουμε τόσες επιλογές, που παγώνουμε και χαλάμε τον χρόνο μας για να σκεφτούμε την πιο σωστή. Όταν τελικά καταφέρουμε και επιλέξουμε αυτό που θέλουμε, χαλάμε τον χρόνο μας και σκεφτόμαστε τις επιλογές που δεν κάναμε—πραγματική τρέλα.

Οι ουσίες μας βοηθάνε να μην σκεφτόμαστε αυτά τα διλήμματα.

3) Διαδίκτυο

Στο διαδίκτυο μπορούμε να εξερευνήσουμε, να μάθουμε και να γνωρίσουμε άλλους ανθρώπους. Αν όμως δεν ξέρουμε τι ακριβώς ψάχνουμε τότε χανόμαστε στις πληροφορίες.

Τα προβλήματα αυτή τη στιγμή είναι δύο:

α)Αναλωνόμαστε σε ανούσιες πληροφορίες

Άνοιξε το YouTube και θα βρεις τα πάντα—από self help μέχρι χαζά βίντεο με γάτες. Θες λύση στο πρόβλημα σου; Άνοιξε το google και ψάξε σε εκατομμύρια sites αυτό που θες να βρεις. Τόση πολύ, ανούσια, πληροφορία δεν έχει υπάρξει ποτέ στην παγκόσμια ιστορία.

β)Συγκρινόμαστε με άλλους

Εδώ είναι όλα εύκολα. Θα δεις τους καλύτερους. Όλοι τα καταφέρνουν καλύτερα από σένα. Όλοι είναι πιο δημιουργικοί από σένα. Όλοι είναι πιο όμορφοι από εσένα. Κάθε φορά που θα μπεις στα μέσα κοινωνικά δικτύωσης οι φίλοι σου είναι έξω και περνάνε καλά. Και εσύ τι κάνεις;

Στρίβεις ένα τσιγάρο να χαλαρώσεις.

4) Ψάχνουμε το εύκολο

Επειδή ακριβώς τα τελευταία χρόνια τα πράγματα σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πιο ήρεμα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, οι γονείς μας—από φόβο ίσως—έχουν γίνει υπερπροστατευτικοί: Μην δουλεύεις πολλές ώρες θα κουραστείς, αξίζεις πολλά περισσότερα, πρόσεχε εκεί έξω.

Έχουμε δημιουργήσει έναν ουτοπικό τρόπο ζωής. Έτσι γινόμαστε μαλθακοί και ψάχνουμε τον πιο εύκολο τρόπο. Δεν υπάρχει όμως εύκολος τρόπος και μόλις το καταλάβουμε προσγειωνόμαστε στην ωμή πραγματικότητα: η ζωή είναι δύσκολη.

5) Απόγνωση

Ερχόμαστε εύκολα σε απόγνωση σε σχέση με πριν διακόσια χρόνια. Και αυτό λόγω των ΜΜΕ. Όταν βλέπεις καθημερινά εικόνες από πολέμους, θανάτους και λιμούς, θέλεις να ξεφύγεις. Πάντα υπήρχαν πόλεμοι και θάνατοι απλά τώρα τα βλέπεις live από την τηλεόραση σου (και πλέον στο διαδίκτυο). Τώρα πλέον καθημερινά βλέπουμε στην οθόνη μας την ασχήμια αυτού του κόσμου και αισθανόμαστε τύψεις που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

Όλοι μας είμαστε εθισμένοι σε κάτι

Γιατί έχουμε την τάση να ξεφύγουμε από κάτι—αυτό το κάτι είναι η πραγματικότητα.

Το πρόβλημα φίλε μου, δεν είναι οι ουσίες. Το πρόβλημα είναι οι μεγάλες προσδοκίες που έχουμε δημιουργήσει: πως θα βρούμε την ευτυχία, πως θα φτάσουμε στο υπέρτατο στάδιο, πως θα έχουμε υψηλή διάθεση όλη την ώρα, πως θα είμαστε παραγωγικοί, πως θα είμαστε οι καλύτεροι.

Αλλά η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν καλές μέρες, άσχημες μέρες, μέτριες μέρες και οι κανονικές.

Και πρέπει να το αποδεχθούμε αυτό. Όχι απλά να ρίξουμε τις προσδοκίες αλλά να τις διαγράψουμε.

Υπάρχουν στιγμές που θέλουμε να ξεφύγουμε—είναι ανθρώπινο. Αλλά όταν γίνεται συνήθεια η διέξοδος από κάθε εμπόδιο που συναντάμε καταλήγουμε να  γινόμαστε μη λειτουργικοί στην καθημερινότητα μας.

Το point είναι ότι δεν μπορούμε να κόψουμε τις εξαρτήσεις μας και να συνεχίσουμε την ζωή μας όπως την ξέραμε. Όταν κόβουμε τις εξαρτήσεις σημαίνει ότι θα αλλάξει η καθημερινότητα και η ζωή μας. Γιατί στην πραγματικότητα αλλάζει η ταυτότητα μας. Οι καθημερινές επιλογές μας ήταν αυτές που μας πήγαιναν στο κόσμο των εξαρτήσεων και όχι το ανάποδο.

Όταν φτάσουμε σ’ αυτό το σημείο τότε θα ελευθερωθούμε από την ανάγκη να βρίσκουμε ζωή σε ουσίες.

Γιατί η ζωή είναι ένα ταξίδι. Και ταξίδι χωρίς λάθη αποτυχίες, εμμονές, απώλειες, πόνο και ξεπέρασμα όλων αυτών των εμποδίων δεν είναι ταξίδι, αλλά φαντασίωση. Ο μόνος λόγος ύπαρξης του προορισμού είναι ότι δίνει ουσία στο ταξίδι.

Αν ο προορισμός και μόνο ο προορισμός είχε σημασία τότε ο Όμηρος δεν θα έγραφε για το ταξίδι του Οδυσσέα και όσα πέρασε.

Θα μας έγραφε για όταν έφτασε στην Ιθάκη και βρήκε την Πηνελόπη. Η Πηνελόπη θα τον κατηγορούσε ότι παραστράτησε στο ταξίδι του και ο Οδυσσέας θα την κατηγορούσε ότι δεν του έμεινε πιστή.

Δεν θα είχαμε όμως μια από τις πιο όμορφες ιστορίες που έχουν γραφτεί ποτέ.

Θα είχαμε μια βαρετή σαπουνόπερα η οποία δεν θα είχε αντέξει στο χρόνο και κανείς δεν θα θυμόταν.