Έχεις ακούσει κάποιον να περιγράφει τον ιδανικό σύντροφο;

«Θέλω κάποιον που να είναι γλυκός και καλός. Δεν με νοιάζει η εξωτερική εμφάνιση αλλά θα ήθελα να γυμνάζεται. Να μην ασχολείται με τα social, να μην γκρινιάζει. Να με προσέχει, να βλέπουμε ταινίες, να μην μου μιλάει άσχημα. Το βράδυ όταν με βλέπει θλιμμένη να με ρωτάει ‘τι έχεις’ και όταν του απαντάω τίποτα να με ξαναρωτάει».

Όπως και κάποιοι που τον πρώτο καιρό στην σχέση δεν αποδέχονται τον σύντροφο τους:

«Μου αρέσει, αλλά μου την σπάνε κάποια πράγματα πάνω της. Αν τα άλλαζε, θα ήταν τέλεια».

Και όπως θα έρχεσαι βάλε ένα cheeseburger και μία μερίδα πατάτες. Και την κόκα κόλα μην ξεχάσεις—zero, γιατί πλησιάζει και καλοκαίρι.

Υπάρχουν δύο απόψεις σε αυτές τις δηλώσεις. Η πρώτη είναι ότι είναι σημαντικό να ξέρεις τι θέλεις και να μην συμβιβάζεσαι. Η δεύτερη είναι ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε κούκλες που μας ντύνουν και παίζουν μαζί μας.

Υπογράφω την δεύτερη άποψη. Τη πρώτη την θεωρώ αθώα στην καλύτερη, ύπουλη στην χειρότερη.

Έχω αισθανθεί αυτή την πίεση σε προηγούμενες σχέσεις μου:

«Βάλε πιο χρωματιστά ρούχα»

Ή αλλιώς: έχω βαρεθεί την μονοδιάστατη εμφάνιση σου.

«Θέλω να παίρνεις αποφάσεις»

Ή αλλιώς: θέλω να παίρνεις αποφάσεις και για μένα.

Ένα φεγγάρι είχα αναλάβει την δημιουργία της ιστοσελίδας ενός πελάτη. Εκείνος, ξαφνικά, αποφάσισε ότι δεν την ήθελε, οπότε αντί να μου το πει, άφησε να περάσουν οι μήνες. Όταν μετά από μερικούς μήνες ήρθα σε επικοινωνία μαζί του, μου τα μάσαγε. Μετά από μία εποικοδομητική συζήτηση και ανταλλαγή πρωτότυπων βρισιών, καταλήξαμε στο να μου δώσει τα λεφτά για τα έξοδα μου. Δεν του ζήτησα κάτι άλλο. Ο λόγος; Ήταν από τις πρώτες μου δουλείες και είχα ξενερώσει με το γεγονός ότι δεν έγινε η δουλεία και δεν θα είχαν να δείξω κάτι σαν προϋπηρεσία.

Λάθος διαχείριση από την μεριά μου; Σίγουρα. Όσο ζεις μαθαίνεις.

Σου έχουν πετάξει νερό την ώρα που κοιμάσαι; Την ίδια αντίδραση είχε πρώην μου όταν μοιράστηκα μαζί της την συγκεκριμένη ιστορία. «Να ζητήσεις τα λεφτά για την δουλειά που έκανες, όχι μόνο τα έξοδα» μου είπε. «Δεν με απασχολούν τα χρήματα αυτή την στιγμή, ούτε με νοιάζει να βγω από πάνω, ήθελα απλά να γίνει η δουλεία» της εξήγησα με απολογητικό ύφος.

Και ξανά από την αρχή:

«Καταλαβαίνω τι λες, αλλά πρέπει να ζητήσεις τα λεφτά που σου χρωστάει».

Λες και εξηγούσα στην θεία μου πως να δει ταινίες στο διαδίκτυο. Καμία επικοινωνία.

Όσο περισσότερο προσπαθούσα να της μεταφέρω τις σκέψεις μου, τόσο περισσότερο, μετατρεπόταν σε επικριτική δασκάλα που μάλωνε τον μαθητή όταν αυτός αντιδρούσε: «Μα Κυρία δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μάθω τα αποτελέσματα και τις συνέπειές του Πελοποννησιακού πολέμου;» “Γιατί το λέω εγώ, Γιαννάκη”.

Σύρθηκε στον καναπέ, μουτρωμένη. «Ποιο είναι το πρόβλημα σου;» την ρώτησα.

Απογοητευμένη, μου απάντησε:

«Τίποτα, απλά θέλω να είσαι καλά».

Αν είχε σχέση με το project ή είχε χάσει δικά της τα λεφτά, θα κατανοούσα την συμπεριφορά της.

Αλλά δεν είχε πρόβλημα με το σκηνικό καθαυτό. Δεν είχε να κάνει καν με εμένα. Είχε να κάνει με την ίδια. Είχε ορίσει συγκεκριμένες αξίες που ήθελε από τους άντρες: δυναμικούς που ξέρουν να παίρνουν αυτό που θέλουν—το κλασικό αρχέτυπο στυλ.

Δικαίωμα της. Το πρόβλημα μου όμως ήταν ότι εκείνη την στιγμή, δεν με άκουγε, αλλά πρόβαλε τις ανάγκες της προς το πρόσωπο μου. Όταν κάποιος σου λέει πως αισθάνεται κι εσύ κοιτάς τις ανάγκες σου, είναι μεγάλο φάουλ.

Μην νομίζεις ότι ήμουν διαφορετικός—δεν την αποδεχόμουν πλήρως και με ενοχλούσαν κάποια χαρακτηριστικά της. Απλά καταλάβαινα ότι ήταν δικό μου το πρόβλημα και δεν είχε να κάνει με αυτήν. Όπως και να έχει, δεν αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον, ζούσαμε μία φαντασίωση.

Το μοτίβο είναι κλασικό.

Ίσως έχεις βρεθεί στην θέση αυτή: να σου λένε αυτό που θέλεις ν’ ακούσεις, να πάνε με τα νερά σου και μετά να προσπαθούν να σε μετατρέψουν σε κάτι που δεν είσαι.

Θέλω να είσαι πιο εξωστρεφής, θέλω να είσαι πιο γλυκιά, θέλω να είσαι σέξι, θέλω να είσαι πιο δυναμικός, θέλω να μου κάνεις περισσότερες εκπλήξεις, θέλω να παίρνεις πρωτοβουλίες. Εγώ θέλω.

Δεν σου αποκαλύπτουν τα πραγματικά κίνητρα τους από φόβο μην φανούν παράλογοι—και καλά κάνουν, γιατί είναι παράλογοι. Οπότε αφού σου εκδηλώσουν την επιθυμία τους, στο τέλος προσθέτουν μισή δόση μαρμελάδας για να σε γλυκάνουν:

Δεν το λέω για εμένα. Εγώ τι έχω να κερδίσω; Για το δικό σου καλό το λέω1.

Ποτέ δεν θα μπορέσεις να φτάσεις αυτό που έχουν ορίσει στο μυαλό τους. Ακόμα και αν τα καταφέρεις, ίσως αλλάξουν γνώμη γιατί την Παρασκευή αποφάσισαν ότι θέλουν να είσαι λιγότερο αποφασιστικός γιατί έχεις πάρει φόρα2.

Ό,τι και να κάνεις είναι λάθος.

Δεν θέλουν εσένα. Θέλουν την σκηνή που έχουν χτίσει στην φαντασία τους. Είσαι χαρακτήρας σε κάποιο παραμύθι τους. Κι’ αν δεν μπορείς να φέρεις εις πέρας τον ρόλο σου στην παράσταση τους, τότε θα αναγκαστούν να απευθυνθούν σε άλλον ηθοποιό.

Αυτοί οι έρωτες είναι καταδικασμένοι από την αρχή γιατί είναι εύθραυστοι—έτοιμοι να σπάσουν σε χίλια κομμάτια. Σαν το φλιτζάνι του καφέ, που για κάποιο άκυρο λόγο, το τοποθετείς στην άκρη του τραπεζίου σου και μετά από δέκα λεπτά που πας να σηκωθείς, τον ρίχνεις.

Καταλήγουν εκεί γιατί στηρίζονται στην ιδέα του τέλειου συντρόφου. Όπου τέλειος σύντροφος βάλε κάποιον που εκπληρώνει τις ανάγκες τους.

Αλλά ξεχνάμε ότι,

Δεν υπάρχει ιδανικός σύντροφος. Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα μας ολοκληρώσει. Δεν είμαστε μισοί, είμαστε ολοκληρωμένα όντα—με τις πληγές μας, τις ανασφάλειες μας, τους φόβους μας, τις επιθυμίες μας και τις ανάγκες μας.

Είναι εμμονή του πολιτισμού μας να αναζητήσουμε και να βρούμε τον τέλειο σύντροφο, επάγγελμα, φίλο.

Το διαδίκτυο έχει συνεισφέρει σε αυτή την λογική.

Στα κοινωνικά δίκτυα ψάχνουμε κάποιον που θα ταιριάξουμε στον μέγιστο βαθμό. Γράφουμε στο προφίλ μας ποιοι ειμαστε—ή για να είμαστε ακριβείς ποιοι θα θέλαμε να ήμασταν—και βρίσκουμε κάποιον που να πληρεί τις προδιαγραφές που έχουμε θέσει. Στην εποχή των αλγόριθμων και του machine learning οι εφαρμογές μας προτείνουν πιθανούς συντρόφους.

Δεν σου αρέσει; Scroll και επόμενος.

Σημεία των καιρών μας, για να γίνω λίγο γραφικός. Θυμάσαι τις εποχές που περίμενες με ανυπομονησία να αγοράσεις ένα μουσικό άλμπουμ; Πήγαινες σπίτι άνοιγες της συσκευασία, έβαζες τον δίσκο στο CD Player και το άκουγες από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Aν δεν σου άρεσε το άκουγες και δεύτερη φορά μήπως βρεις κάτι θετικό.

Υπήρχαν κάποια άλμπουμ, που ενώ στην αρχή δεν μας άρεσαν στην τρίτη ακρόαση τα λατρέψαμε. Αυτά τα άλμπουμ είναι που έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μας.

Ό,τι μας δυσκόλεψε, αποτυπώνεται στην μνήμη μας.

Και γυρίζουμε στο σήμερα, στην εποχή του YouTube, του Spotify που εάν δεν σου αρέσει το κομμάτι που ακούς, πας στο επόμενο. Τα πρώτα δευτερόλεπτα κρίνουν τα πάντα. Αν υπάρχει δεύτερο επίπεδο, δεν μπορούμε να το εντοπίσουμε γιατί δεν δίνουμε δεύτερη ευκαιρία.

Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους. Ο χρόνος μας είναι πολύ σημαντικός για ν΄αναλωθούμε και να δώσουμε δεύτερη ευκαιρία.

Είμαστε η γενιά που της αρέσει να εντυπωσιάζει και να εντυπωσιάζεται. Είμαστε η γενιά του του ενθουσιασμού. Το normal και το απλό; Τα αφήνουμε για τους μέτριους. Δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτά.

Η αναζήτηση του τέλειου συντρόφου

Υπάρχει ένα επεισόδιο στο Black Mirror όπου μία εταιρία έχει φτιάξει μία εφαρμογή γνωριμιών. Επειδή μιλάμε για το Black Mirror, προφανώς δεν είναι μία κλασική εφαρμογή. Δημιουργεί προσομοιώσεις για να σου βρει τον ιδανικό σύντροφο. Αν, για παράδειγμα, γραφτείς, η εφαρμογή θα κάνει εκατομμύρια προσομοιωσεις με διαφορετικούς υποψήφιους συντρόφους μέχρι να σου βρει τον ιδανικό.

Ποιος είναι ο ιδανικός;

Είναι ο υποψήφιος σύντροφος που φτάσατε ως το τέλος, στις περισσότερες προσομοιωσεις.

Για παράδειγμα αν η εφαρμογή τρέξει 1.000 προσημειώσεις, με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, και στις 800 καταφέρεις ν’ αντέξεις μέχρι το τέλος τότε είναι ο ιδανικός, σε σχέση με κάποιον άλλον που είχες μόνο 100 πετυχημένες προσομοιώσεις.

Γαμάτο, ε; Ακόμα και το 80% είναι πολύ καλό ποσοστό. Σημαίνει ότι 8/10 φορές θα τα καταφέρεις με τον σύντροφο σου. Σωστά;

Ας πούμε ότι τελικά κάνεις σχέση με τον «τέλειο» σύντροφο σου, πάτε καλά και τελικά παντρεύεστε. Μετά από χρόνια, κάποια μέρα που βαριέσαι, αποφασίζεις να πειραματιστείς και να μπεις στην εφαρμογή για να δεις τι άλλο μπορεί να υπάρχει. Ουσιαστικά αυτό που θέλεις είναι να δεις αν πήρες την σωστή απόφαση. Η εφαρμογή κάνει τα δικά της και σου βρίσκει ένα σύντροφο που έχεις 95% πιθανότητες ταιριάσματος. Παθαίνεις ένα σοκ και αρχίζεις και αμφισβητείς τα πάντα. Μετά σταματάς τις αρνητικές σκέψεις και λες τι κάθομαι και σκέφτομαι. Αλλά το μυαλό σου σε παίζει και αρχίζεις να μετράς τα χούγια του άντρα σου. Σκέφτεσαι αν θα ήταν καλή ιδέα να βγεις για ένα καφέ με τον νέο υποψήφιο σύντροφο. Και κάπου εκεί ξεκινάει το παιχνίδι της σύγκρισης και προσπαθείς να μην υποκύψεις στον πειρασμό.

Αυτές οι εφαρμογές θεωρητικά είναι καλές, πρακτικά αγνοούν πολλές πτυχές των σχέσεων.

  1. Οι αποτυχημένες σχέσεις είναι απαραίτητες για να καταλάβουμε τι μας αρέσει και τι όχι. Κυρίως να βρούμε τα λάθη μας και να τα διορθώσουμε.
  2. Οι αποτυχημένες σχέσεις μας κάνουν πιο επιλεκτικούς.
  3. Δεν υπάρχει τέλεια σχέση.

Πάντα θα υπάρχει κάποιος που είναι, στα χαρτιά, πιο ταιριαστός από τον τωρινό μας σύντροφο.

Αυτό που χάνουμε είναι ότι οι καλές σχέσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Ακόμα και οι αποτυχημένες σχέσεις έχουν κάτι να μας δώσουν. Και δεν είναι αποτυχημένες επειδή ήμασταν με κακούς ανθρώπους. Είναι αποτυχημένες επειδή ήμασταν ανώριμοι την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Το πρόβλημα έχει να κάνει με το μυαλό μας. Δεν επενδύουμε σε άλλους ανθρώπους γιατί θέλουμε να εξαντλήσουμε όλες τις πιθανότητες. Οπότε, δεν είμαστε ποτέ 100% αφοσιωμένοι στις σχέσεις μας.

Καταλήγουμε να είμαστε με άλλον και να σκεφτόμαστε άλλον. Το γρασίδι του γείτονα είναι πιο πράσινο από το δικό μας, λένε οι Αμερικάνοι.

Το κάνουμε συχνά αυτό—να σκεφτόμαστε άλλους ενώ είμαστε με άλλους. Δημιουργούμε στην φαντασία μας «ανεκπλήρωτους έρωτες».

Και για κάποιο περίεργο λόγο οι ανεκπλήρωτοι έρωτες θεωρούνται ρομαντικοί.

Δεν υπάρχει ανεκπλήρωτος έρωτας

Θυμάμαι μία ατάκα της Penelope Cruz4, στην ταινία Vicky Christina Barcelona, που ενσάρκωνε την τρελή και ταλαντούχα ζωγράφο:

«Μόνο η ανεκπλήρωτη αγάπη μπορεί να είναι ρομαντική».

Μία ατάκα που δεν καταλάβαινα—και συνεχίζω να μην καταλαβαίνω. Βεβαία, στην αγγλική γλώσσα ο έρωτας και η αγάπη έχουν την ίδια λέξη: love. I am in love λένε όταν ερωτεύονται. I love you λένε όταν θέλουν να πουν σ’ αγαπάω.

Ο λόγος που δεν χάφτω αυτές όμορφες και ψαρωτικές ατάκες, είναι γιατί…δεν βγάζουν νόημα. Για αρχή πως γίνεται μία αγάπη να είναι ανεκπλήρωτη; Ή αγαπάς κάποιον ή δεν τον αγαπάς. Δεν μιλάω ερωτικά, μιλάω γενικά το ν’ αγαπάς.

Την αγάπη δεν την αισθάνεσαι, δεν χτυπάει την πόρτα του σπιτιού σου, ούτε την πιάνεις στον αέρα ενώ περπατάς αμέριμνος, στο δρόμο, για να πάρεις τον καφέ σου. Την επιλέγεις καθημερινά.

Αγάπη σημαίνει σεβασμός.

Σέβεσαι τους ανθρώπους, τις επιθυμίες τους και τις ανάγκες τους. Τους βλέπεις σαν ξεχωριστές ολοκληρωμένες οντότητες που δεν σου ανήκουν.

Σέβεσαι την ελευθερία τους.

Αγάπη σημαίνει κάνεις χώρο για να έρθει και ο άλλος.

Δεν περιμένεις να έρθουν όλα όπως τα θέλεις. Αφήνεσαι στο άγνωστο χωρίς να ξέρεις τι θα συμβεί. Τους δίνεις χώρο ν’ αναπνεύσουν ώστε να δώσουν στην σχέση. Δεν είσαι ο σκηνοθέτης της σχέσης.

Αγάπη σημαίνει αποδοχή.

Βλέπεις τον άλλον σαν ανθρώπινη ύπαρξη και τον αποδέχεσαι όπως είναι. Τα κουσούρια του που τόσο μισείς ή τα αποδέχεσαι ή φεύγεις. Δεν προσπαθείς να τα αλλάζεις.

Αγάπη σημαίνει ότι δίνεις.

Δεν χρειάζεται να κάνει κι ο άλλος το ίδιο. Ούτε αγαπάς γιατί περιμένεις ως αντάλλαγμα περισσότερη αγάπη.

Αγάπη, προπάντων, σημαίνει κατανόηση.

Βγάζεις τα γυαλιά σου και μπαίνεις στον κόσμο του συνανθρώπου σου. Η αγάπη είναι μονομερής πράξη.

Ο Χριστός αγαπούσε τους ανθρώπους ανεξάρτητα από τον μισούσαν, τον χλεύαζαν, τον ζήλευαν.

Γι’ αυτό το λόγο δεν υπάρχει ανεκπληρωτη αγάπη. Είναι σαν να λες ότι όταν είσαι ευγενικός με κάποιον και αυτός είναι αγενής προς εσένα, τότε υπάρχει ανεκπλήρωτη ευγένεια.

Ακόμα και αν επιμένεις ότι η αγάπη είναι συναίσθημα, έχεις ακούσει για ανεκπλήρωτο θυμό ή ανεκπληρωτη θλίψη;

Η αγάπη είναι ενεργητική πράξη και όχι παθητική.

Στην περίπτωση που ο χαρακτήρας εννοούσε την ερωτική αγάπη—το πιθανότερο σενάριο:

Όπως θα έχεις υποψιαστεί διαφωνώ και με αυτή την προσέγγισή. Και εξηγούμαι: ο έρωτας είναι το αποτέλεσμα της δημιουργίας δύο ανθρώπων που ενώνονται. Όταν έχεις ερωτευτεί κάποιον και ζεις στην φαντασία σου, δεν είσαι ερωτευμένη με αυτόν, γιατί δεν τον γνωρίζεις. Είσαι ερωτευμένη με τον χαρακτήρα που έχεις δημιουργήσει στην φαντασία σου. Μία μίξη με κάποια χαρακτηριστικά του και κάποιες δικές σου πινελιές.

Αυτό που εννοούσε κατά βάθος η Penelope Cruz είναι ότι ο έρωτας μπορεί να είναι αγνός μόνο στο μυαλό μας. Έτσι δεν καταστρέφεται με αποτέλεσμα να μην χάνεται η μαγεία και να παραμένει ρομαντικός.

Αλλά μία πλαστελίνη που δεν έχει πλαστεί και δεν έχει πάρει σχήμα—όποιο είναι αυτό—τότε δεν έχει νόημα ύπαρξης.

Γι’ αυτό δεν πιστεύω στο ανεκπλήρωτο. Μας αρέσει να μυθοποιούμε τα πάντα. Αλλά είμαι της λογικής ή κάνεις κάτι ή δεν το κάνεις. Το ενδιάμεσο το ονομάζω κόλλημα.

Και μην με παρεξηγείς, δεν είναι ότι αποτελώ εξαίρεση, μου έχει τύχει να γνωρίσω διαφορετικές κοπέλες και να κολλήσω με κάτι που μου τράβηξε την προσοχή: το γέλιο της σε κάποιο χαζό αστείο, τα χείλη της, ο τρόπος που λέει «γεια σου», το βλέμμα της πάνω μου όταννομίζει πωςδεν την κοιτάω, ο τρόπος που πιάνει τα μαλλιά της, ο τρόπος που κουνάει τα χέρια της όταν χορεύει, το απαλό βάψιμο στο πρόσωπο της, η χροιά της φωνής της όταν θέλει να πει κάτι σοβαρό, η επιτηδευμένη σοβαροφάνεια της σε κάποιο αστείο μου, η απόχρωση των μαλλιών της στον ήλιο, η μυρωδιά της, ο τρόπος που στρίβει το τσιγάρο της, η ελιά στο μάγουλο της, το πως δένει τις άκρες του πουκαμίσου της.

Μας αρέσουν αυτά τα μικρά πράγματα. Τα βρίσκουμε στην καθημερινότητα μας. Όχι μόνο σε ανθρώπους αλλά σε οτιδήποτε. Η πρώτη γουλιά καφέ το πρωί, η αίσθηση μετά από ένα καλό φαγητό, στις πρώτες μέρες της άνοιξης, ένα τσιγάρο μετά από μία δύσκολη μέρα, η πρώτη μέρα που ταξιδεύουμε σε μία ξένη χώρα.

Μικρά, όμορφα, πράγματα. Έτσι τα βλέπω. Τίποτα περισσότερο - τίποτα λιγότερο.

Ο ανεκπλήρωτος έρωτας δεν είναι του γούστου μου.

Ούτε μπορώ να καταλάβω την μανία, που έχουν κάποια άτομα, που βρίσκονται σε σχέση, και αναπολούν το αίσθημα του ενθουσιασμού των πρώτων ραντεβού, του πρώτου φιλιού, τον κόμπο στο στομάχι. Έχει την πλάκα του αλλά δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο από το να έρχεσαι κοντά με τον άνθρωπο σου.

Προτιμώ την γεύση του πραγματικού: την χαρά, την επιθυμία, τον πόνο, την απόρριψη, την κατανόηση, την επικοινωνία, τις στεναχώριες, τις χαρές, την καθημερινότητα, την σιωπή, τις άβολες στιγμές, την ειλικρίνεια, την οικειότητα.

Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ενθουσιασμό και οικειότητα, θα διάλεγα την οικειότητα—κάθε φορά.

Το μυστικό των σχέσεων

Δεν είναι η εξωτερική εμφάνιση, τα κοινά χόμπι, το επίπεδο νοημοσύνης, το πνευματικό επίπεδο, το συναισθηματικό επίπεδο, τα κοινά βιώματα, η συνεχής επικοινωνία, το πάθος. Κάποια από αυτά μπορεί να είναι η βάση για να υπάρξει έλξη και να δημιουργηθεί η σχέση αλλά δεν είναι ικανά να την κρατήσουν.

Το μυστικό σε όλες τις σχέσεις, επαγγελματικές, ερωτικές, φιλικές και ο,τι άλλο υπάρχει, είναι ένα:

Να είμαστε εκεί, παρόντες.

Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Ψέμματα θα ειπωθούν, λάθη θα γίνουν, παρεξηγήσεις θα υπάρξουν αλλά εάν δεν είσαι συγκεντρωμένος στην συγκεκριμένη στιγμή, στον συγκεκριμένο άνθρωπο τότε δεν θα είσαι σε θέση να καταλάβεις αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα, γιατί δεν θα μπορείς να το εντοπίσεις.

Αυτό θέλουν οι άνθρωποι: την προσοχή μας. Είναι ο λόγος που παρεξηγούμαστε όταν δεν μας δίνουν σημασία όταν μιλάμε, όταν δεν προσέχουν την αλλαγή στα μαλλιά μας, όταν μιλάμε και ο άλλος βγάζει το κινητό του για να μπει στο Facebook.

Αν δεν είμαστε εκεί, δεν είμαστε πουθενά.

Να ειμαστε εκεί: Αυτό σημαίνει ότι επενδύουμε χωρίς να ξέρουμε το αποτέλεσμα. Ρισκάρουμε γιατί επιλέγουμε εμπιστευτούμε τον άνθρωπο που είναι δίπλα μας—επειδή πρώτα από όλα εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας. Όχι γιατί δεν υπάρχει κάποιος καλύτερος, αλλά επειδή αποφασίσαμε να δώσουμε την προσοχή μας και την ενέργεια μας στον συγκεκριμένο τον άνθρωπο. Από επιλογή και όχι από ανοχή. Είμαστε δίπλα τους, όχι γι’ αυτό που θέλουμε να γίνουν αλλά γι’ αυτό που είναι αυτή την στιγμή. Γιατί εκτιμούμε την καλή πλευρά τους τους και αποδεχόμαστε την σκοτεινή. Δεν θέλουμε την ιδέα τους αλλά τους ίδιους.

Αυτό σημαίνει, ότι σταματάμε να φαντασιωνόμαστε χαρακτήρες, και επιλέγουμε ν’ αγαπάμε ανθρώπους.