Το χειρότερο δώρο που μου έχουν κάνει ήταν ένα κολιέ με δερμάτινο λουράκι και κεντρικό στοιχείο το σήμα του καλού και του κακού. Είναι από τα κολιέ που τα βρίσκεις σε κοσμηματοπωλεία που το έχουν ξεχασμένο σε κάποιο συρτάρι. Η επόμενη επιλογή θα ήταν να μου πάρει στυλό Parker.

Ψέμματα.

Τώρα που το σκέφτομαι, το χειρότερο δώρο που έχουν κάνει ποτέ, μου το έχουν δώσει φίλοι των γονιών μου.

Σε κάποια γενέθλια μου—γύρω στα 13—μου έφεραν ρούχα.

Συγκεκριμένα ήταν ένα μαύρο φούτερ, το οποίο όταν το έβγαλα από την σακούλα, είπα ευχαριστώ και το άφησα στην άκρη. Μετά από μερικά λεπτά οι γονείς μου επέμεναν να το φορέσω για να δουν αν μου κάνει. Το μέγεθος ήταν μία χαρά, αλλά υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα: στο πίσω μέρος υπήρχε μία μεγάλη κόκκινη καρδιά και από κάτω λεζάντα με μεγάλα γράμματα που αναγραφόταν το I love you.

Το φούτερ ήταν κοριτσίστικο.

Αν το δώρο μεταμορφωνόταν σε φαγητό θα ήταν φακές και για επιδόρπιο θα είχε μήλο—δευτέρα μεσημέρι.

Και στις δύο περιπτώσεις θα προτιμούσα να μην μου δώσουν δώρο.

Το ξέρω ότι λέμε ότι μετράει η κίνηση. Αλλά μερικές φορές αν δεν γνωρίζεις τον άλλον η καλύτερη κίνηση είναι να μην του πάρεις τίποτα.

Γιατί δεν είναι τα δώρα που εκτιμούμε.


Υπάρχουν στιγμές που είμαι κακός συνομιλητής και χάνομαι στις σκέψεις μου. Άλλες φορές κάνω πως ακούω τον άλλον ώστε να πω την μαλακία μου άποψη μου (είναι η στιγμή που διακόπτεις τον άλλον και του λες: «ωραία, άκου λίγο να σου πω»). Υπάρχουν όμως και κάποιες ωραίες στιγμές που είμαι συγκεντρωμένος στον συνομιλητή μου.

Στην στρατιωτική μου θητεία, έτυχε, να είμαστε εξοδούχοι εγώ και κι’ ένας συνάδελφος από όλο τον λόχο μου. Καταλήξαμε να τρώμε πίτσα και αφού δεν τον ήξερα πολύ καλά άρχισα να του κάνω διάφορες ερωτήσεις για την ζωή του. Είχε φύγει στο εξωτερικό για ν’ ανοίξει επιχείρηση με τον φίλο του—και ήταν μόλις 23. Οπότε προφανώς είχα περιέργεια να μάθω πως έφτασε ως εδώ. Ποια είναι η ιστορία του. Ζήτημα να ρώτησε κάτι για μένα ή να μίλησα πάνω από δέκα λεπτά όλο το απόγευμα. Δεν με ένοιαζε όμως.

Όταν έφτασε η στιγμή του επαναπατρισμού και χαιρετηθήκαμε, μου είπε:

«Θα μου λείψουν οι συζητήσεις μας».

Μόνο που δεν κάναμε συζητήσεις—δεν ανταλλάξαμε απόψεις.

Ενδιαφέρθηκα. Ρώτησα. Άκουσα.

Κι’ όμως επειδή μιλούσε εκείνη την στιγμή για τον εαυτό του και ένιωσε ότι κάποιος ενδιαφέρθηκε, έτσι το ονόμασε συζήτηση.

Σε όλους μας αρέσει να μας ακούνε και να ενδιαφέρονται για εμάς. Το θέμα είναι ότι δεν το πράττουμε εμείς για τους υπόλοιπους. Όταν μας μιλάνε ταξιδεύουμε ή μετατρέπουμε τη συζήτησε σε debate. Κι’ όταν είσαι σε debate υπάρχουν χαμένοι και κερδισμένοι. Έχουμε απορρίψει τις ιδέες του άλλου πριν καν τον ακούσουμε. Αυτό είναι κοροϊδία προς τον συνάνθρωπο μας αλλά κυρίως προς τον ίδιο μας τον εαυτό.

Είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας και στις σκέψεις μας.

Δεν ακούμε.


Το καλύτερο δώρο που μου έχουν δώσει είναι μία γραφομηχανή. Δεν την έχω χρησιμοποιήσει ποτέ—ζήτημα να έχω γράψει μισή σελίδα—ήταν η κίνηση όμως που το έκανε ξεχωριστό.

Ήταν ότι ο άλλος μου έδωσε σημασία και με σκέφτηκε. Δεν μου πήρε δώρο απλά για βγάλει την κοινωνική υποχρέωση.

Τα δώρα είναι ξεχωριστά όχι γιατί είναι ακριβά ή δεν μπορούμε να τα αγοράσουμε μόνοι μας—εκτός αν είμαστε παιδιά. Μας αρέσουν γιατί ο άλλος μας σκέφτηκε.

Αλλά εμείς ψάχνουμε το τέλειο δώρο για να εντυπωσιάσουμε τον άνθρωπο μας, που σημαίνει ότι το κάνουμε εγωιστικά. Βέβαια δεν το κάνουμε μόνο με τα δώρα.

Ψάχνουμε να δώσουμε την τέλεια συμβουλή, να εκφέρουμε την τέλεια άποψη. Αλλά δεν θέλουν αυτό οι άνθρωποι.

Οι άνθρωποι έχουν βαρεθεί τις συμβουλές και τις τέλειες λύσεις.

Κι΄αυτό που έχουν σιχαθεί είναι να τους κρίνουν για ο,τι κάνουν.

Έξαλλου κάθε μέρα που βγαίνουν από το σπίτι τους, κάποιος τους κρίνει και τους λέει πως να ζήσουν την ζωή τους.

Αυτό που θέλουν είναι κάποιος να τους ακούσει.

Χωρίς να περιμένουμε να σταματήσει για να πούμε την δική μας σκέψη. Χωρίς, καν, να μιλήσουμε. Απλά να τους ακούσουμε. Να βγάλουμε τον εγωισμό μας και να δώσουμε όλη την προσοχή μας.

Αυτό το απλό θέλουν οι άνθρωποι—κάποιον να τους ακούσει χωρίς να τους κρίνει.

Αλλά τα απλά είναι και τα πιο δύσκολα.