Τις προάλλες άκουγα στο YouTube μερικά μουσικά playlist. Στα προτεινόμενα εμφανίστηκαν διάφορα κομμάτια. Ένα από αυτά ήταν ένα live του DJ Shadow. Μετά είπα να ψάξω μερικά κλασσικά κομμάτια του, να θυμηθώ τα παλιά.

Σ’ ένα από τα κομμάτια, στα σχόλια, ένας χρήστης έγραψε ότι τα 90’s ήταν η καλύτερη εποχή. «Το διαδίκτυο μας έφερε πιο κοντά αλλά κάπου το χάσαμε».

Μόλις είδα το σχόλιο, σταμάτησα για να το ξαναδιαβάσω. Καταλαβαίνω το point του, αλλά από την άλλη βρισκόμαστε στο 2019 και αναπολούμε ακόμα την ζάλη των 90’s. Μουσικά αφιερώματα έως meme και remake τηλεοπτικών σειρών. Δεν είναι τυχαία όλη αυτή η νοσταλγία. Βέβαια αυτό το φαινόμενο είναι χαρακτηριστικό κάθε γενιάς—κάθε πέρσι και καλύτερα—λόγω της ανασφάλειας για το μέλλον μας.

Πιστεύω ότι η δεκαετία του 90 ήταν όντως αρκετά γαμάτη

Κυρίως γιατί η τεχνολογία έφτασε σ’ ένα σημείο που άλλαξε την καθημερινότητα μας. Η δεκαετία του ‘90 ήταν η αρχή της ιδιωτικής ψυχαγωγίας. Οι βιντεοκασέτες (VHS) μπήκαν στα σπίτια μας, μπορούσαμε να δούμε ότι ταινία θέλαμε, όταν γουστάραμε με όποιον γουστάραμε. Το Walkman έγινε ανάρπαστο και μπορούσαμε να ακούσουμε μουσική, οπουδήποτε. Το διαδίκτυο άρχισε να παίρνει την σημερινή του μορφή. Ο ολυμπιακός πήγε στους «8» του Champions League.

Και πέρα από αυτά είχαμε Tarantino, Fincher και Backstreet boys.

“I feel sorry for the ’90s, because it was never able to be anything much more than the hangover to the party that was the ’80s.”

Ήταν όμως το περιεχόμενο εκείνης της εποχή καλύτερο σε σύγκριση με το τωρινό;

α) ΜΟΥΣΙΚΗ

Nirvana, Nine Inch Nails, Radiohead, U2, Wu-Tang-Clan. Αν σκεφτείς ότι είχε προηγηθεί η δεκαετία της Disco τότε η μουσική των 90’s φλερτάρει με το έπος. Ακόμα και η pop ήταν τίμια. Η συγκεκριμένη δεκαετία ήταν το Fight Club της μουσικής.

Ένας λόγος που η μουσική ήταν τόσο καλή ήταν επειδή οι δημιουργοί άρχιζαν να χρησιμοποιούν την τεχνική του sampling. Η τεχνική αυτή άλλαξε τον τρόπο δημιουργίας μουσικής, βοηθώντας και στην εξάπλωση της Hip-Hop.

Αν συνυπολογίσουμε ότι η ηχογράφηση στους προσωπικούς υπολογιστές έγινε εφικτή, ο καθένας μπορούσε να μιξάρει μουσική στο δωμάτιο του σπιτιού του.

Όλο αυτή η κατάσταση βοήθησε στο να αναδειχθούν ταλαντούχοι μουσικοί, που σε άλλες εποχές δεν θα είχαν την ευκαιρία. Τώρα που ο καθένας μπορεί ν’ ανεβάσει την μουσική του, είναι λογικό να υπάρχει μέτρια μουσική.

Πλέον δεν βγαίνουν μουσικά άλμπουμ. Το νέο μοντέλο είναι να βγαίνουν μεμονωμένα κομμάτια τα οποία προωθούνται με διάφορους τρόπους: YouTube, τα viral βίντεο και οι εμφανίσεις.

Και εδώ είναι το παράδοξο: έχουμε πρόσβαση σε περισσότερη μουσική από ποτέ αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρούμε κάτι που θα μας αρέσει.

Σήμερα υπάρχει το ίδιο καλή μουσική σε σχέση με κάποτε: Michael Kiwanuka, Arcade Fire, La Femme, Lana Del Rey.

β) ΤΑΙΝΙΕΣ

Οι αγαπημένες μου ταινίες προέρχονται από την δεκαετία του ‘90. Heat, Fight Club, Seven, Matrix, American Beauty. Για τους σινεφίλ ήταν μία καλή δεκαετία.

Μερικές σκέψεις:

Πρώτον πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ο νούμερο ένα παραγωγός ταινιών ήταν και είναι το Hollywood. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε περιεχόμενο επηρεασμένο άμεσα από την κουλτούρα των Αμερικάνων—προφανώς. Η δεκαετία του ‘90 βρίσκεται μακριά από τον πόλεμο του Βιετνάμ, την μάχη κατά των ναρκωτικών, ξεφεύγοντας από το hangover της προηγούμενης δεκαετίας. Ήταν μία ήρεμη δεκαετία. Αυτή η ηρεμία έδωσε την δυνατότητα στους καλλιτέχνες να εμβαθύνουν τις σκέψεις και να εξελίξουν στην τέχνη τους. Αν προσθέσεις τον ερχομό της νέας χιλιετίας, οι ταινίες εκείνης της εποχής έμοιαζαν σε πλοκή και στους προβληματισμούς που έθεταν—πολλές από αυτές βγήκαν το 1999.

Δεύτερον μπήκαν οι βάσεις για ν’ αλλάξει η τηλεόραση. Κατά την γνώμη μου δύο σειρές έπαιξαν βασικό ρόλο: το Twin Peaks και το The Sopranos. Ο David Lynch δημιούργησε ένα σύμπαν το οποίο ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του, βάζοντας τα θεμέλια για την σημερινή τηλεόραση. Το The Sopranos καθιέρωσε το δράμα στην τηλεόραση.

Τρίτον ήρθε το γρήγορο internet. Με την εκτόξευση του διαδικτύου και την εξέλιξη των γραμμών, οι γρήγορες ταχύτητες μας επέτρεψαν να βλέπουμε ταινίες σε υψηλή ανάλυση δημιουργώντας μία νέα αγορά. Μονό που για να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο χρειάζεται να δημιουργηθεί άπειρο περιεχόμενο—κάτι χρονοβόρο και ακριβό. Γι’ αυτό τον λόγο συμφέρει τις εταιρείες να έχουν μέτριο περιεχόμενο αλλά τεράστια ποικιλία. Ο σκοπός τους είναι να μένεις στην πλατφόρμα τους.

Οπότε οι επιχειρήσεις ψυχαγωγίας θέλουν engagement.

Θέλουν χρήστες που θα τους έχουν για χρόνια. Γι αυτό τον λόγο έχει αλλάξει το περιεχόμενο που βλέπουμε την τελευταία δεκαετία.

  • Οι εταιρίες εκμεταλλεύονται μεγάλα projects. Ένα καλό παράδειγμα είναι οι ταινίες της Marvel. Έχουν πάρει τα κόμικ, γλυτώνοντας χρόνο από το να ξαναγράψουν νέο σενάριο και χαρακτήρες από την αρχή. Επίσης βγάζουν λεφτά και από τα by-product (παρεμφερή προϊόντα).
  • Κάνουν remake παλιά projects. Παίρνουν παλιά projects που είχαν επιτυχία και τα εκμεταλλεύονται γιατί ξέρουν ότι υπάρχει κοινό που θα τα δει. Οι εταιρίες δεν θέλουν να ρισκάρουν δημιουργώντας από την αρχή νέο υλικό. Στον κόσμο του κέρδους θα ήταν αυτοκτονία να δημιουργήσουν νέο περιεχόμενο από την αρχή. Θέλουν το μεγαλύτερο κέρδος με το μικρότερο κόστος.
  • Κάτι άλλο που έχει αλλάξει σχετικά με το περιεχόμενο είναι ότι οι καταναλωτές πλέον έχουν το πάνω χέρι. Δες σειρές που ενώ είχαν κοπεί, ξανά-έγιναν reboot επειδή το ήθελε ο κόσμος.

Αν τα βάλουμε κάτω θα διαπιστώσουμε ότι το ποιοτικό υλικό που έβγαινε πριν είκοσι χρόνια, βγαίνει και στις μέρες μας. Απλά τώρα βγαίνουν περισσότερες μαλακίες. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν βγαίνει ποιοτικό περιεχόμενο αλλά ότι δεν υπάρχει ποιοτικό περιεχόμενο που μπορεί να καταναλωθεί 24/7, το οποίο το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό. Επίσης σκέψου ότι χρόνια πριν επειδή υπήρχε συγκεκριμένο περιεχόμενο δίναμε δεύτερη ευκαιρία και το εκτιμούσαμε κάτι το οποίο δεν συμβαίνει αυτή την περίοδο.

Κατά μία έννοια τα 90’s ήταν η αρχή του τέλους για την έβδομη τέχνη όπως την ξέραμε. Το cinema δεν είναι το κύριο μέσο για να βλέπουμε ταινίες. Δεν περιμένουμε πάνω από την τηλεόραση για να δούμε την αγαπημένη μας σειρά.

Επομένως άρθρα, όπως αυτό του Esquire, που συγκρίνουν το 1999 με τις υπόλοιπες χρονιές είναι εκτός τόπου και χρόνου γιατί βγάζουν από την εξίσωση τις τηλεοπτικές σειρές. Ναι, μπορεί οι πρώτες ταινίες στα charts να είναι οι ταινίες της Marvel αλλά έχουμε Braking Bad, Game of Thrones, Russian Dolls, True Detective, Black Mirror, Twin Peaks, Better Call Saul, Chernobyl.

γ) ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν είμαι ο κατάλληλος για να αναλύσω τα γεωπολιτικά δεδομένα και την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε την δεκαετία του 90—ειδικά στη Μέση ανατολή—αλλά υπάρχει μία εσφαλμένη εκδοχή σχετικά με το πόσο ειρηνική ήταν εκείνη η περίοδος. Αυτό, γιατί ανάλογα με την περιοχή που ζούσες θα είχες και διαφορετική άποψη. Αν ζούσες το 1999 στην Γιουγκοσλαβία δεν νομίζω να είχες καλές αναμνήσεις. Στην Αφρική τα πράγματα ήταν απελπιστικά. Ο εμφύλιος στην Σιέρα Λεόνε διήρκεσε δέκα χρόνια—με 50.000 νεκρούς.

Επίσης είναι εσφαλμένη γιατί είμαστε επηρεασμένοι από τρία γεγονότα που συνέβησαν στην αρχή της δεκαετίας: την πτώση του τοίχος του Βερολίνου, την διάλυση της Σοβιετικής ένωσης και κατά επέκταση το τέλος του ψυχρού πολέμου (επίσημα πλέον).

Και εδώ νομίζω πως πρέπει να εστιάσουμε. Επειδή δεν δίναμε δεκάρα για το τι συμβαίνει πίσω από τις κάμερες, επειδή απολαμβάναμε την ζωή μας, αφού έρεε το χρήμα εκείνη την περίοδο, δεν σημαίνει ότι όλα έβαιναν καλώς. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, ενώ θεωρείται από τις καλύτερες περιόδους οικονομικά—κυρίως λόγω του μαύρου χρήματος που έπεσε στην αγορά—,υπήρχε μία πνευματική παρακμή και πολλά προβλήματα: από τα Ίμια μέχρι το κραχ του χρηματιστηρίου (που ήταν αρχή του τέλους για την ελληνική οικονομία) και τους ολυμπιακούς αγώνες.

Η δεκαετία του 90 ήταν μία πολιτική σκακιέρα.

Οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους και οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη στην αρχή του ’00s είναι μερικά από τα αποτελέσματα εκείνης της δεκαετίας.


2007: Η αρχή του τέλους

Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησα το διαδίκτυο ήταν σαν να δίνεις σ’ ένα μωρό ένα βιβλίο—δεν είχα ιδέα τι να κάνω με αυτό. Με ένα παλιό υπολογιστή—ακόμη και για την εποχή του—που ήταν συνδεδεμένος με ένα εξωτερικό modem, έπρεπε να βγάλω ανακοίνωση σε όλο το σπίτι ότι θα μπω στο internet. Τα βήματα ήταν απλά: άνοιγες το υπολογιστή, περίμενες κανένα δεκάλεπτο, ύστερα άνοιγες την ειδική εφαρμογή της Otenet και έκανες τον σταυρό σου. Κάποιες φορές έμπαινε με την μία κάποιες άλλες όχι. Ακόμα και όταν κατάφερνα να συνδεθώ δεν ήξερα τι σελίδες να επισκεφθώ. Η πρώτη περίοδος—που είχα internet στο σπίτι—τελείωσε άδοξα όταν προσπάθησα να εγκαταστήσω ένα παιχνίδι στον υπολογιστή, αλλά επειδή δεν υπήρχε χώρος στον σκληρό δίσκο, διέγραψα ότι αρχείο υπήρχε, μαζί και τα αρχεία που ήταν απαραίτητα για την πρόσβαση στο internet. Αυτή η κίνηση δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους γονείς μου.

Η δεύτερη περίοδος ήρθε όταν πήρα τον δικό μου υπολογιστή. Δεν υπήρχε πια εξωτερικό modem, όλα ήταν πιο εύκολα. Απλά πληκτρολογούσες τον κωδικό σου, το email σου, περίμενες μερικά δευτερόλεπτα και voilà. Ήταν η εποχή που οι γονείς σου σου έλεγαν «Βγες από το internet, θέλουμε να πάρουμε τηλέφωνο». Ξημεροβραδιάζομουν και χρησιμοποιούσα, στο έπακρο, όλες τις δυνατότητες που μου προσέφερε το διαδίκτυο: κατέβαζα μουσική—ένα κομμάτι την ώρα—cracks για games και προσπαθούσα να βρω στη άλλη άκρη του διαδικτύου το sextape της Paris Hilton. Ωραίες εποχές για να γεμίσεις ιούς τον υπολογιστή σου.

Στην τρίτη περίοδο, που ήρθε το DSL όλα έγιναν πιο γρήγορα. Μπορούσα να κατεβάσω ταινίες και σειρές σε μία ώρα. Τα blogs ήταν στα καλύτερα τους. Κατέβαζα μουσική από το Rapidshare. Το Facebook ήταν στις αρχές και δεν είχε διαφημίσεις που σε ακολουθούσαν όπου και αν πήγαινες. Μπορούσα να βρω ενδιαφέροντα άρθρα στο Digg και να δω ότι βίντεο ήθελα στο YouTube.

Όλα ήταν τέλεια.

Μέχρι που ήρθε το iPhone.

Όταν ο Steve Jobs ανακοίνωσε το iPhone στο MacWorld, το 2007, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να προβλέψει το τσουνάμι που θα προκαλούσε τα επόμενα χρόνια. Δεν δημιούργησε απλά ένα κινητό, πήγε τον χρόνο πιο μπροστά.

Μέχρι τότε μπαίναμε στο διαδίκτυο όταν ήμασταν σπίτι μας. Με τα κινητά μπορεί να κοιτάγαμε κάνα email. Μετά την iPhone εποχή και την αύξηση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων, οι ώρες που περνάμε στο διαδίκτυο αυξήθηκαν κατακόρυφα.

Με τα κινητά πλέον μετράμε τους καρδιακούς παλμούς μας, βλέπουμε σειρές στο μετρό, διαβάζουμε ειδήσεις, υπολογίζουμε την βέλτιστη διαδρομή για να φτάσουμε στον προορισμό μας, επικοινωνούμε με τους φίλους μας. Οι μόνες ώρες που είμαστε εκτός είναι όταν…κοιμόμαστε.

Από εκεί που μπαίναμε στο διαδίκτυο για να ξεφύγουμε για μερικές ώρες, ξεκινήσαμε να βγαίνουμε από το διαδίκτυο για να ξεφύγουμε για λίγες ώρες από την πραγματικότητα.

Δεν είναι τυχαία η δήλωση του CEO του Netflix είχε δηλώσει:

«Βάζεις να δεις μία ταινία που θέλεις πολύ να δεις και καταλήγεις να ξενυχτάς. Ουσιαστικά ανταγωνιζόμαστε τον ύπνο. Και κερδίζουμε».

Είμαστε συνδεδεμένοι εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και αυτό μας δημιουργεί προβλήματα.

1) Δεν είσαι αρκετός

Όπως γνωρίζεις, στο διαδίκτυο θα δεις από την μία το Fight Club και από την άλλη το Νησί. Το ενδιάμεσο δεν πουλάει. Θα καθόσουν να δεις ένα βίντεο με κάποιον που τρώει το φαγητό του; Μάλλον όχι. Να δεις μία γάτα να κυνηγάει ένα σκίουρο; Εντάξει όχι, αυτό θα το έβλεπες.

Ο τοίχος μας έχει κατακλυστεί από έναν ήρωα που έσωσε ένα παιδάκι από τις άγριες διαθέσεις ενός σκύλου, επιστήμονες που θεραπεύουν τον καρκίνο και επιστήμονες που βρίσκουν μαύρες τρύπες. Μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα ή θα νιώθεις ανεπαρκής ή ότι είσαι σε καλύτερη μοίρα από κάποιον κακομοίρη που τον έπιασε η κάμερα να κάνει κάνει ένα μοιραίο λάθος.

Ο τρόπος ζωής που μας παρουσιάζεται είναι ανέφικτος. Παράτα την δουλεία σου,δούλεψε μέσω internet για τέσσερις ώρες την ημέρα, κάνε το μοντέλο με χορηγούμενες, γίνε youtuber ή streamer βγάζοντας εύκολα λεφτά χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανένα, ταξίδευε σε όλο τον κόσμο, γυμνάσου, φτιάξε σώμα, φάε avocado και άδραξε την μέρα.

Η ψευδαισθηση του ότι αν τα επιτύχουμε όλα αυτά θα βρούμε την ευτυχία να μας περιμένει στην επόμενη γωνία.

Οι δημιουργοί αυτού του περιεχομένου θέλουν να μας πουλήσουν την ελπίδα. Και ο καλύτερος τρόπος για να το κάνουν είναι πουλήσουν το lifestyle τους.

Επειδή έχει γίνει καθημερινότητα μας, έχουμε αρχίσει να πιστεύουμε στην συγκεκριμένη άποψη: ο μόνος τρόπος για να υπάρχεις είναι να είσαι διάσημος πλέον. Δεν παίζει ρόλο αν είσαι στην τάξη του σχολείου σου, στην δουλεία σου, σε κάποιο group, στην τηλεόραση, στο YouTube, στο Instagram ή στο Twitter. Η ιδέα είναι ίδια.

Πλέον, στον νέο αυτό κόσμο, η αξία του ατόμου ορίζεται από τις προβολές και τα likes. Αν αυτές μετατρέπονται σε αγοραστική δύναμη, που συνήθως μετατρέπονται, τότε η αξία του ατόμου ανεβαίνει στα ύψη. Οτιδήποτε άλλο θεωρείται αποτυχία. Αν αυτό που βγάζεις δεν είναι αρεστό, τότε είσαι κι΄εσύ μία αποτυχία.

Όπως γράφει ο Erich Fromm, στο βιβλίο του, Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθερία:

«Όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, η αγορά αποφασίζει ως προς την αξία αυτών των ανθρώπινων ιδιοτήτων, ακόμη και για την ύπαρξη τους. Αν τα προσόντα τα οποία προσφέρει ένα άτομο δεν ανταποκρίνονται σε κάποια χρήση, τότε στην πραγματικότητα δεν έχει κανένα προσόν· ακριβώς όπως ένα απούλητο εμπόρευμα δεν έχει αξία, παρόλο που μπορεί να διαθέτει χρηστική αξία. Και έτσι η αυτοπεποίθηση, το αίσθημα του εγώ, είναι απλώς μία ένδειξη σχετικά με το τι σκέφτονται οι άλλοι για το άτομο. Δεν έχει πειστεί ο ίδιος για την αξία του, ανεξαρτήτως της δημοσιότητας του και της αξίας του στην αγορά».

«Αν τον επιζητούν, τότε είναι κάποιος· αν δεν είναι δημοφιλής, τότε απλώς δεν είναι κανείς».

Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Απλά το διαδίκτυο μεγεθύνει το συγκεκριμένο πρόβλημα.

Το γιατί συμβαίνει αυτό, το απαντάει ο ίδιος ο Fromm:

«Αυτή η εξάρτηση της αυτοεκτίμησης από την επιτυχία της προσωπικότητας είναι ο λόγος για οποίο η δημοτικότητα έχει αυτή την τρομερή σημασία για τον σύγχρονο άνθρωπο. Από αυτή εξαρτάται όχι μόνο το αν θα προχωρήσει κανείς στα πρακτικά ζητήματα, αλλά επίσης κατά πόσο μπορεί να διατηρήσει κάποιος την αυτοεκτίμηση του ή να πέσει στην άβυσσο των αισθημάτων κατωτερότητας».

Και συνεχίζει:

«Η απώλεια της ταυτότητας κάνει τότε ακόμη πιο επιτακτική την αναγκαιότητα συμβιβασμού· σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος για τον εαυτό του μόνο αν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων».

Δεν είναι θέμα αυτοπροβολής· είναι θέμα επιβίωσης. Είναι η μεταφορά του σκέφτεσαι άρα υπάρχεις στο σε ξέρουν άρα υπάρχεις. Όσο πιο γνωστός είσαι, μέσα στα δισεκατομμύρια ανθρώπων, τόσο μεγαλύτερη αξία έχεις. Η ζωή σου αποκτά νόημα.

Ζούμε αυτό που ανέλυσε ο Guy Debord στην Κοινωνία του Θεάματος:

«Μέσα στον πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου».

—Guy debord

2) Δεν υπάρχει πια χρόνος

Θυμάσαι που κάποτε κοίταγες τον τοίχο του δωματίου σου; Ε, ναι τελείωσαν εκείνες οι εποχές. Τώρα δεν μπορείς να κάνεις ούτε αυτό το απλό. Βάζεις να δεις μία σειρά και ταυτόχρονα κοιτάς το κινητό σου. Τελικά δεν βλέπεις ούτε την σειρά, ούτε θυμάσαι τι έβλεπες στο κινητό σου.

Το περιεχόμενο έχεις πολλαπλασιαστεί σε σχέση με το παρελθόν. Πάρε για παράδειγμα το ποδόσφαιρο: Champions League, Uefa Cup, Premier League, Spanish League, NBA, NFL, Shows. Μόνο για να βρεις τι παίζει και που, πρέπει να καταναλώσεις ώρες από την ζωή σου.

Πρόσθεσε στην συνταγή: τηλεοπτικές σειρές, ταινίες, social networks και τελείωσε η μέρα σου.

Όλοι κυνηγάνε τον χρόνο σου. Έτσι δημιουργούν υλικό που μπορεί να καταναλωθεί άμεσα χωρίς σκέψη.

Είναι τόσο εύκολο να καταναλώσεις που πρέπει να έχεις πολύ προσήλωση για να κάνεις κάτι άλλο εκτός δουλειάς.

Πόσο εύκολα θα κάτσεις να διαβάσεις ένα άρθρο 5.000 λέξεων;

3) Το τέλος του κόσμου

Πριν χρόνια, ένας δημοσιογράφος, στο ραδιόφωνο, μετέφερε τις φοβίες του σχετικά με τους Τουρκους· θεωρούσε ότι θα δημιουργήσουν θερμό επεισόδιο. Που το στήριζε όλο αυτό; Σε κάποια πηγή; Σε κάποια δεδομένα που είχε αναλύσει; Όχι, στο ένστικτό του!

Αυτό συμβαίνει, πλέον στο διαδίκτυο επί δέκα φορές.

Clickbait τίτλοι, προβοκατόρικα κείμενα σε τέτοιο επίπεδο που θα έκαναν μέχρι και τον Γκαίμπελς να κοκκινίσει, πειραγμένες φωτογραφίες, και κατευθυνόμενες ειδήσεις που έχουν τόση σχέση με την αλήθεια όσο ο σαΐνης με την αστυνομία.

Ύστερα μπαίνεις στο Twitter για να χαλαρώσεις αλλά ένα σύννεφο μισούς και χυδαιότητας καταφθάνει στην οθόνη σου· τα λαϊκά δικαστήρια είναι έτοιμα να βγάλουν ετυμηγορία, τιμωρώντας οποίον έρχεται σε αντίθεση με τις απόψεις τους. Και μετά μπαίνεις να δεις βίντεο με γατάκια μπας και ξεαγχωθεις. Το διαδίκτυο μας προκαλεί άγχος.

Και τι κάνουμε για να χαλαρώσουμε;

Μπαίνουμε στο διαδίκτυο.

Καλωσήρθες στην λούπα.

Παρόλο την καθημερινή καταστροφολογία, οι Τούρκοι δεν έχουν μπει ακόμα στην Ελλάδα, ο τρίτος παγκόσμιος δεν έχει γίνει ακόμα, η Αμερική δεν έκανε πυρηνικό πόλεμο με τους Βόρειο-Κορεάτες και ο κόσμος δεν έχει καταστραφεί ακόμα.

Ίσως αύριο—σύμφωνα με το διαδίκτυο.

4) Τεχνητή νοημοσύνη

Ο αυτοματισμός είναι ήδη εδώ. Το λογισμικό μπορεί να βρει αν στην φωτογραφία βρίσκεται άνθρωπος ή σκύλος. Ο λόγος που η τεχνητή νοημοσύνη πήρε τα πάνω της τα τελευταία χρόνια δεν είναι ότι τεχνολογία εξελίχθηκε—η τεχνολογία έχει κάνει μικρά βήματα σε σχέση με το παρελθόν. Η αιτία είναι ότι υπάρχουν πλέον τα δεδομένα.

Ο αυτοματισμός έχει κάνει την ζωή μας πιο εύκολη και σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα.

Αλλά προκαλεί και πολλούς πονοκεφάλους.

Πλέον πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ουσία μας. Αν μία μηχανή μπορεί να αντικαταστήσει την δουλεία μας, τότε ποιο είναι το νόημα μας; Η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει διαφορετικούς τομείς: Φιλοσοφία, ψυχολογία, οικονομία, τεχνολογία, βιολογία.

Δεν είναι ένα απλό ζήτημα.

Έχουμε έρθει αντιμέτωποι με μία ερώτηση που αποφεύγαμε να προσεγγίσουμε και τώρα καλούμαστε να απαντήσουμε:

«Ποιο είναι το γαμημένο νόημα μας;»

Φέρε μου πίσω τα 90’s

Θεωρούμε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι η δεκαετία του ‘90 ήταν αθώα. Έχω αντίθετη άποψη—αν δεν το έχεις καταλάβει. Η δεκαετία του ‘90 ήταν μία δεκαετία που κλείσαμε πολλές υποθέσεις αλλά δεν δημιουργήσαμε όραμα. Κουκουλώσαμε τα προβλήματα μας και συνεχίσαμε στον αυτόματο. Ο,τι έγινε, έγινε. Αλλά 20 χρόνια μετά το να θέλουμε με ένα μαγικό ραβδάκι να επιστρέψουμε στους Nirvana και στον Ρουβά είναι προβληματικό. Αυτή την εικόνα μπορείς να την αποκομίσεις και, εκτός διαδικτύου, με ανθρώπους που συναντάς στον δρόμο, «Ωραία που ήταν τότε».

νοσταλγία = νόστος (=επιστροφή) + ἄλγος (=πόνος)

Αν εκείνη εποχή ήταν τόσο αθώα, τότε δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτό το μέγεθος προβλημάτων που έχουμε τώρα.

Το πρόβλημα των Millennials δεν είναι πόσο καλή μουσική υπήρχε τότε, πόσο γαμάτα ήταν το Dragonball και το Trainspotting, πόσο αυθεντική ήταν η Hip-Hop ή ότι οι Spice Girls είναι καλύτερες από τον Justin Bieber—που προφανώς και είναι. Το πρόβλημα—όπως και κάθε γενιάς—είναι ότι είμαστε αρκετά αγχωμένοι για το παρόν και το μέλλον, γι’ αυτό καταφεύγουμε στο παρελθόν. Αυτή η διαφυγή είναι μία ένδειξη ότι δεν έχουμε πάρει τις ευθύνες μας.

Οι γονείς μας, η προηγούμενη γενιά, μας μεγάλωσε χωρίς να μας προετοιμάσει για το μέλλον. Δεν τους κατηγορώ αλλά είναι γεγονός. Οι millennials είναι η πρώτη γενιά που μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα με τους γονείς τους.

Είμαστε λίγο μαλθακοί σε σχέση με το παρελθόν. Ίσως οι millennials να είναι περισσότερο στρεσαρισμένοι, λόγω του διαδικτύου. Φοβόμαστε την μοναξιά, νιώθουμε ότι δεν είμαστε αρκετοί στην τελειότητα που επικρατεί στο διαδίκτυο.

Φοβόμαστε.

Κι είναι απόλυτα φυσιολογικό.

Το θέμα είναι που διοχετεύουμε αυτό το άγχος.

Γινόμαστε νιχιλιστές και συντηρητικοί ή δημιουργούμε ένα καλύτερο αύριο;

Το άγχος δεν θα φύγει ούτε με καταπραυντικά ούτε με οποιοδήποτε άλλο μέσο διαφυγής. Ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε το άγχος είναι η δημιουργία.

Δεν θα αλλάξει κάτι με το να φανταζόμαστε ένα παράλληλο σύμπαν. Τα κινητά δεν θα φύγουν σύντομα, όπως και το διαδίκτυο, το Instagram, τα fake news, ο Trump, η τεχνητή νοημοσύνη και ο,τι άλλο προκύψει. Είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε την αντίληψη μας για να αλλάξουμε τον κόσμο.

Πρέπει να βρούμε νέους τρόπους για να ανταπεξέλθουμε στα σημερινά προβλήματα.

Να ορίσουμε τι θέλουμε και τι όχι, χωρίς να περιμένουμε από μία μάνα εξ’ ουρανού ν’ αλλάξει τη κατάσταση εκ μέρους μας. Αν δεν βρούμε τι είναι αναγκαίο για τον καθένα μας και κατά επέκταση για την κοινωνία τότε πως θα καταλάβουμε που πρέπει να εστιάσουμε τον χρόνο μας;

Η ζωή αλλάζει, οι κοινωνίες αλλάζουν, η τεχνολογία αλλάζει, είναι καιρός να προσαρμοστούμε κι’ εμείς στα νέα δεδομένα και να προχωρήσουμε μπροστά.

(Και τώρα με συγχωρείς, πάω να συνεχίσω το Derry Girls…)